Γκιντίδου Δήμητρα
Γιατί ένα
χελιδόνι να μην μπορεί να φέρει την άνοιξη; Μόνο τα πολλά και το μαζί, άραγε,
να το καταφέρνουν;
Το ότι μας
έρχεται πάντα άνοιξη, αναζητώντας τη ζεστασιά και φεύγει το φθινόπωρο νότια
για τον ίδιο λόγο, μήπως μας υποδεικνύει ότι η ζεστασιά ευνοεί τη ζωή;
Με το άσπρο και
μαύρο χρώμα του, να μας δείχνει ότι είναι φτιαγμένη από αντιθέσεις;
Οι βουτιές κι οι
ανυψώσεις στην πτήση του φανερώνουν τα σκαμπανεβάσματα στην καθημερινότητά μας,
άραγε;
Ο εκπληκτικός
αρχιτεκτονικός τρόπος χτισίματος της φωλιάς του μας λέει ότι η ζωή αναπτύσσεται
όμορφα μόνο σε χτισμένες γερά φωλιές;
Η σταθερότητα
μετακινήσεων και κατοικίας του μας ωθεί, άραγε, να σκεφτούμε ότι είναι
αναγκαίες κάποιες σταθερές και στη δική μας πορεία; Μήπως χωρίς αυτές
παραπαίουμε;
Μας υποδεικνύει,
πιθανόν, τον τρόπο ν’ ακολουθούμε τον καιρό, με ήπια κι ειρηνική κίνηση μαζί
του, για να ’χουμε κι εμείς αρμονική συνύπαρξη με τη φύση και τις αλλαγές της;
Η μόνιμη κίνησή
του προς μια άνοιξη πάντα να είναι σημάδι ότι οι σκέψεις και το μυαλό μας θα
πρέπει να είναι πιο ανοιχτά και δεκτικά στις νέες αρχές;
Το ότι πετάει τ’
άχρηστά του έξω απ’ τη φωλιά του να μας λέει ότι θα πρέπει ν’ αφαιρούμε από μας
ό,τι περιττό μας βλάπτει, κρατώντας μόνο τα ωφέλιμα;
Μήπως με το να
κινείται προς ό,τι ευνοεί τη ζωή, προς ό,τι αναγεννά τη φύση, μας τονίζει πως
πάντα, μετά τις παγωνιές, ακολουθεί η αναγέννηση; Το τέλος σηματοδοτεί μια νέα
αρχή; Να την επιδιώκουμε κιόλας;
Μήπως μας
φωνάζει: ακολουθείτε την άνοιξη και θα ’στε πάντα κερδισμένοι!
Μπαλάσκα Σοφία
Ήταν η πρώτη
μέρα της Άνοιξης. Η Ελπίδα άνοιξε το παράθυρό της, να την καλωσορίσει. Η φύση
είχε βάλει τα γιορτινά της.
«Θα γράψω ένα
ποίημα!» σκέφτηκε κι έπιασε ένα λευκό χαρτί που είχε πάνω στο γραφείο της. Ένα
χελιδόνι ήρθε στο περβάζι και άρχισε να τρώει τα ψιχουλάκια από το κουλούρι
της.
«Ω, τι όμορφο
που είσαι!» το καλωσόρισε το κορίτσι και ξεκίνησε να γράφει. Όμω το μελάνι από
το στυλό τελείωσε κι άφησ το ποίημα στη μέση. Το χελιδόνι απόμεινε εκεί και την
κοιτούσε, σαν να ήθελε κάτι να της πει.
«Μήπως έχεις
κάποιο νέο από τον μπαμπά μου;» το ρώτησε η Ελπίδα και άπλωσε το χεράκι της για
να το χαϊδέψει. Όμως εκείνο άνοιξε τα φτερά του και πέταξε.
«Το τρόμαξα»
σκέφτηκε. Έπιασε ένα μολύβι, για να συνεχίσει το ποίημά της.
Ξάφνου μια
γνώριμη φωνή την έκανε να σηκωθεί από το γραφείο της. Στην πόρτα στεκόταν ο
μπαμπάς!
«Μπαμπά μου, μπαμπά
μου, γύρισες!» φώναξε η Ελπίδα κι έπεσε τρέχοντας στην αγκαλιά του.
Τριανταφύλλου Μιχάλης
Ο Μιχάλης, ναυτικός
με χίλια ταξίδια στις πλάτες του, κάθισε στην άκρη του ντόκου. Το αλάτι είχε χαράξει
βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό του μα τα μάτια του έλαμπαν σαν φάροι. Έβγαλε από την
τσέπη του ένα τσαλακωμένο χαρτί κι ένα πολυδαγκωμένο στυλό με μύτη πασαλειμμένη
από μελάνι.
Άρχισε να σχεδιάζει.
Ένα καράβι, με φουσκωμένα πανιά, να σκίζει τα κύματα. Ένα χελιδόνι, να πετάει πάνω
από την πλώρη, ελεύθερο και χαρούμενο. Ένα σπίτι, με καμινάδα που έβγαζε καπνό,
να τον περιμένει.
Ο Μιχάλης σκεφτόταν
την επιστροφή. Τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού.
Ο ντόκος ήταν γεμάτος από ήχους μα εκείνος άκουγε μόνο τη φωνή της θάλασσας.
Κάθε φορά που έφευγε,
άφηνε ένα κομμάτι της ψυχής του πίσω. Κάθε φορά που επέστρεφε, το έπαιρνε μαζί του,
πιο δυνατό, πιο γεμάτο.
Στο τέλος δίπλωσε
το χαρτί και το έβαλε στην τσέπη του. Το χελιδόνι πέταξε πάνω από το κεφάλι του,
σαν να του έλεγε «θα σε περιμένω». Ο Μιχάλης χαμογέλασε. Ήξερε ότι η θάλασσα θα
τον καλούσε ξανά μα ήξερε και ότι το σπίτι του θα τον περίμενε.
Χαραμή Μεταξία
Πρωί ακόμα. Με τον
καφέ στο χέρι, στέκεται στο παράθυρο. Ξύπνησε νωρίς. Ο ύπνος του λίγος. Η ηλικία
βλέπετε. Στα νιάτα του κοιμόταν πολύ. Πέρασαν όμως. Και σαν να μην έφτανε αυτό,
έχασε και τη γυναίκα του. Η Νικολέτα του έφυγε πριν έναν χρόνο ξαφνικά, από καρδιά.
Αυτό τον γονάτισε. Την αγαπούσε και του έλειπε όλο και περισσότερο. Ο μονάκριβός
του έμεινε στην Αγγλία. Σπούδασε ιατρική κι αποφάσισε να δουλέψει εκεί. Καλύτερες
απολαβές, λέει. Πίνει την πρώτη γουλιά. Νεροζούμι πάλι τον έκανε. Μια ζωή έψηνε
εκείνη τον καφέ του… Μα τώρα… Ουφ, πάλι η μιζέρια τον έπιασε. Πρέπει να βιαστεί,
θα έρθει η Λίλη να καθαρίσει. Πω πω, πέρασε η ώρα! Πήγε κιόλας οχτώ! Δεν έλεγε κάτι
άλλο; Το κουδούνι χτυπάει. Ανοίγει την πόρτα. Ορμάει μέσα σαν σίφουνας ο τετράχρονος
γιος της κι ύστερα εκείνη.
«Συγγνώμη, κύριε
Κώστα, έκανε εμβόλιο χτες κι έχει λίγο πυρετό. Δεν τον κράτησαν στον παιδικό σταθμό.
Δεν είχα πού να τον αφήσω».
«Δεν πειράζει»
απάντησε εκείνος από ευγένεια και πήγε στο γραφείο του, να ξεκαθαρίσει, δήθεν, το
χαρτομάνι που άφησε χτες. Η αλήθεια είναι ότι νευρίασε με το απότομο μπάσιμο το
μικρού. Αλλά τι να κάνει κι η Λίλη, σκέφτηκε. Μακριά από τους δικούς της και την
πατρίδα της. Ήρθαν με τον άντρα της από την Αλβανία. Παλεύουν με νύχια και με δόντια
να τα βγάλουν πέρα. Ναι, ήταν ζωηρός ο Ορέστης. Κι εκείνος δεν είχε τα κέφια του
σήμερα. Κάθισε στο γραφείο. Ήπιε λίγο καφέ. Άνοιξε το σημειωματάριο. Κι εκεί που
πήγε κάτι να γράψει, ο μπόμπιρας μπαίνει φουριόζος και κάθεται στα πόδια του.
«Θα μου ζωγραφίσεις
ένα χελιδόνι;»
«Μα… δεν ξέρω να
ζωγραφίζω».
«Τότε θα σου μάθω
εγώ».
«Σου είπα, δεν είμαι
καλός στη ζωγραφική».
«Κοίτα, έτσι μας
έδειξε η κυρία μας, δεν είναι δύσκολο» και ζωγράφισε το χελιδόνι εξηγώντας του την
τεχνική. Ήταν έξυπνος και είχε έναν τρόπο να σου επιβάλλεται. Έτσι κατάφερε να τον
αποσπάσει από τα δικά του. Ζωγράφισαν πολλά χελιδόνια. Τόσα πολλά που γέμισε ο τόπος.
Ζωγράφισαν και την άνοιξη. Γεμάτη λουλούδια και χελιδόνια. Έφερε και τα χρώματα
του Άλκη, του γιου του, που φύλαγε ενθύμιο από τα σχολικά του χρόνια. Ζωγράφισε
κόκκινα τριαντάφυλλα στον κήπο, γιασεμί στον αυλόγυρο και τον εαυτό του μαζί με
τον Ορέστη ανάμεσά τους. Ο μικρός ενθουσιάστηκε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Πόσο
θερμό ήταν το φιλί του, σαν να ζεστάθηκε η καρδιά του! Κάτι άλλαξε στη διάθεσή του.
Δεν ήταν πια μόνος. Μια άνοιξη άνθισε μέσα του, με λουλούδια και χελιδόνια. Πόση
δύναμη μπορεί να κρύβει ένα παιδί!