Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Βέρρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Βέρρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Χριστουγεννιάτικο δέντρο

 

Οι συγγραφείς της Αλατοπαρέας γράφουν για τα Χριστούγεννα




Χριστουγεννιάτικο δέντρο

Φυσούσε ένας παγωμένος βοριάς. Το χιόνι έπεφτε πυκνό. Ήταν όμως εκείνη η υπόσχεση του μπαμπά, φέτος τα Χριστούγεννα, να στολίσουμε ένα διαφορετικό δέντρο. Έπρεπε να περπατήσουμε γι’ αυτό πιο βαθιά στο δάσος. Βάλαμε τα σκουφιά, τις ψηλές μπότες, τα χοντρά πανωφόρια και με τα γάντια στο χέρι βγήκαμε στο χιονισμένο τοπίο. Ήταν δύσκολη η επιλογή. Κρατούσαμε ο ένας το χέρι του άλλου. Μια βεβαιότητα ζέσταινε την ψυχή μου. Ο μπαμπάς ήταν εκεί μέχρι την τελευταία επιλογή μας. «Να ’το, Πέτρο, αυτό είναι» μου είπε και σκίρτησε η καρδιά μου από χαρά· ένα μικρό, χαμογελαστό δέντρο, με πυκνό φύλλωμα κι ασπριδερές άκρες, λίγο κρυσταλλιασμένες απ’ το χιόνι που όλο έπεφτε και πιο πυκνό. «Γρήγορα να το κόψουμε, γρήγορα να το δέσουμε, γρήγορα να το τραβήξουμε μαζί μας». Γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα γλίστρησε το χέρι μου απ’ το χέρι του. Γρήγορα εξαφανίστηκε. «Μπαμπά, μπαμπά…» Γρήγορα τον κατάπιε η μικρή χαράδρα που, σκεπασμένη καθώς ήταν απ’ το χιόνι, δεν φαινόταν. Κοίταζα γύρω μου ψάχνοντας τα χνάρια μου, για να γυρίσω σπίτι. Κάποια τα ’βλεπα, κάποια όχι. Έτσι κάθισα δίπλα στο δέντρο, δίπλα στη χαράδρα, δίπλα στον μπαμπά· κι  άρχισα να νυστάζω.

Η φωνή της μαμάς με ξύπνησε· κι η μυρωδιά απ’ τα ξύλα του τζακιού και του φαγητού που μαγείρευε.

Τα Χριστούγεννα πέρασαν χωρίς να στολίσουμε δέντρο. Και τα επόμενα. Κι άλλα κάμποσα. Σ’ εκείνο το σημείο με τον μπαμπά βρισκόταν, για καιρό, ένα παρατημένο δέντρο, καλυμμένο από τις εποχές. Πήγαινα κάθε τόσο και το ’βλεπα. Κανείς δεν ήθελε να το πάρει; Ούτε για καυσόξυλα;

Μαρία Βέρρου

 


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, όπου συνεχίζω να ζω. Σπούδασα γαλλική γλώσσα και φιλολογία στο Α.Π.Θ., ιταλική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο της Περούτζια. Για αρκετά χρόνια υπηρέτησα τον δημόσιο τομέα. Έχω παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής με τους συγγραφείς  Ελ. Μαρούτσου και Μ. Φάις, επιμέλειας κειμένου με τον Χ. Κυθρεώτη. Συμμετείχα στα εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου με την Έφη Κορομηλά απ’ όπου και τα συλλογικά έργα:

α. Bernard Common: «Εφήμερα και Φευγαλέα», Εκδόσεις Απόπειρα (2012),

β. M. Proust : «Όνειρα, μια ανθολογία από το έργο του», Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ (2013) και

γ. Κρίση εποχής ή εποχή της κρίσης – τρία κείμενα των Alain Badiou, J.Generaux Amin Maalouf, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια (2016).

Κείμενά μου έχουν φιλοξενηθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά φρέαρ, Fractal, Διάστιχο, Περί Ου, Χάρτης.

Από τις Εκδόσεις Θράκα κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο «Σκάμματα του χρόνου».

Από τις Εκδόσεις Εύμαρος κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο μου με τίτλο «Η Μεγαλοψυχία των δέντρων».

Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε το βιβλίο «Γεωργία Σάνδη και Σοπέν», μια συλλογική μετάφραση από τα γαλλικά.

Από τις Εκδόσεις Ερατώ κυκλοφόρησε μια συλλογή μεταφρασμένων διηγημάτων του Μωπασάν, όπου συμμετέχω με τρία διηγήματα.

Σήμερα, ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια, παρακολουθώ τα αντίστοιχα μαθήματα στο κοινό διιδρυματικό πρόγραμμα μεταπτυχιακό σπουδών «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δ. Μακεδονίας και του Αριστοτελείου.

Η Μαρία παρακολούθησε τον τρίτο κύκλο του εργαστηρίου συγγραφής των Εκδόσεων Αλάτι και συμμετέχει με κείμενά της στα βιβλία μας:

Μ’ ένα στυλό διαρκείας

https://www.ekdoseisalati.com/p/me-ena-stylo-diarkeias/

Ανθολόγιο. Πεζά και ποιήματα με θέματα απ’ τους μήνες και τις εποχές.

https://www.ekdoseisalati.com/p/anthologio-peza-kai-poiimata-me-themata-ap-toys-mines-kai-tis-epoches/   

 

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

Οι συγγραφείς της Αλατοπαρέας συστήνονται-Μαρία Βέρρου

 


Πολύποδες

Αναλώνεις τον χρόνο σου περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της πόλης, χαζεύεις τις βιτρίνες, μπαίνεις σε παράδρομους, παρατηρείς τους ανθρώπους, προσπαθείς να τυραννήσεις έτσι το μυαλό σου μήπως και κατεβάσει κάποια ιδέα. Ύστερα βλέπεις εκείνον εκεί που ξύνεται όπως μια μαϊμού. Αναρωτιέσαι· είναι βέβαιο ότι ο άνθρωπος προέρχεται από τις μαϊμούδες; Μετά, ακούς εκείνον τον άλλο που φταρνίζεται, κι από ένστικτο καλύπτεις με την παλάμη σου τις αναπνευστικές σου οδούς. Δεν θέλεις τώρα στα καλά του καθουμένου ν’ αρρωστήσεις! Οι σκέψεις σου διακόπτονται από το μουρμουρητό κάποιου που σε προσπερνά, συνομιλώντας μ’ έναν αόρατο ακροατή. Πώς θα ήταν αν ήσουν αόρατη κι εσύ όπως ο αόρατος άνθρωπος, αλλά χωρίς να έχεις την τύχη του, μέχρι που μία ρυτίδα στο μεσόφρυδό του αποκαλύπτει μία έκπληξη, δυσάρεστη ή ευχάριστη ποιος ξέρει, ενώ μπροστά σου ξεδιπλώνεται απαστράπτουσα η βιτρίνα εκείνου του ζαχαροπλαστείου. Έχεις ακατάσχετη σιελόρροια, όπως ο πόρνος κύριος Χ.Χ. μπροστά στα λευκά μπουτάκια της Λολίτας, όταν ένας οξύς πόνος στην κοιλιά, σ’ αναγκάζει να διπλωθείς στα δύο. Ο πολύποδας στο έντερό σου κάνει αισθητή την παρουσία του. Ναι, αυτός που δεν ξέρεις πόσα πόδια έχει και πρέπει να χειρουργηθεί σύντομα, τον οποίο εσύ αγνόησες επιδεικτικά που όμως αυτός σε υποχρεώνει τώρα αμέσως ν’ αναζητήσεις μία καρέκλα, ένα παγκάκι κάτι τέλος πάντων, μήπως κι αποφύγεις το ρεζιλίκι μιας ακούσιας επαφής, μπρούμυτα ή ανάσκελα, με τις πλάκες του πεζοδρομίου. Κι επειδή όταν αναζητάς κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να στο δώσει, βρίσκεσαι μπροστά στην βιτρίνα εκείνου του βιβλιοπωλείου όπου φιγουράρει φάτσα φόρα το τελευταίο σου βιβλίο. Αμέσως σηκώνεις το διπλωμένο σου σώμα, ευθυτενές κι αλαζονικό. Παραγνωρίζεις την ανάγκη σου να στηριχτείς στο σωτήριο περβάζι του βιβλιοπωλείου ή μπορεί και του δέντρου που φιγουράρει στο εξώφυλλο και προτιμάς κάτι πιο χορευτικό για να πιαστείς από εκείνο το κλαδί που έχει ξεφύγει και σε πλησιάζει τελετουργικά, μπερδεύοντάς σε μάλλον με τη Σοφία. Αυτή σου όμως η κίνηση προκαλεί το ενδιαφέρον των περαστικών που με περισσή περιέργεια έρχονται κοντά σου και προσπαθούν να καταλάβουν τι σου συμβαίνει ή και να σε στηρίξουν πριν σωριαστείς, γιατί διακρίνουν τα δάκρυα που τρέχουν από τα μάτια σου, αλλά δεν ξέρουν αν είναι από πόνο ή από χαρά όταν ένας από τους περαστικούς, με έκδηλο ενθουσιασμό και παιχνιδιάρικη φωνή, θέτει το ερώτημα: «Μα εσείς δεν είστε ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου;»

Μαρία Βέρρου

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, όπου συνεχίζω να ζω. Σπούδασα Γαλλική γλώσσα και φιλολογία στο Α.Π.Θ., ιταλική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο της Perugia. Για αρκετά χρόνια υπηρέτησα τον δημόσιο τομέα. Έχω παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής με διάφορους συγγραφείς και έχω συμμετάσχει στα εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου με την Έφη Κορομηλά απ’ όπου και τα συλλογικά έργα:

α.Bernard Common: «Φευγαλέα και εφήμερα», Εκδόσεις Απόπειρα (2012),

β.M. Proust : «Όνειρα, μια ανθολογία από το έργο του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης (2013) και

γ.Κρίση εποχής ή εποχή της κρίσης – τρία κείμενα των Alain Badiou, J.Generaux Amin Maalouf, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια (2016).

Κείμενά μου έχουν φιλοξενηθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά φρέαρ, Fractal, Διάστιχο, Περί Ου, στον ηλεκτρονικό Χάρτη και σε συλλογικούς τόμους.

Από τις Εκδόσεις Θράκα κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο «Σκάμματα του χρόνου». Από τις Εκδόσεις Εύμαρος κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο μου με τίτλο «Η μεγαλοψυχία των δένδρων».

Σήμερα μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Δημιουργικής Γραφής των Π.Δ.Μ. και Α.Π.Θ.

Η Μαρία παρακολούθησε τον τρίτο κύκλο του εργαστηρίου συγγραφής των Εκδόσεων Αλάτι και συμμετέχει με κείμενά της στο βιβλίο μας:

Μ’ ένα στυλό διαρκείας

https://www.ekdoseisalati.com/p/me-ena-stylo-diarkeias/

 

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2023

Ραγισμένα Προσωπεία

 


Η ιστορία που γίνεται μύθος ή ο μύθος που γίνεται ιστορία;

Η διαχρονικότητα του μύθου και η πρόκληση μέσα από μία πλασματική ιστορία να εξηγηθεί η αλήθεια των θεών, υπήρξε ανέκαθεν σημείο αναφοράς για τους συγγραφείς. Τι κρύβεται κάτω από την επιφάνεια του μύθου; Ποιες φιλοσοφικές αλήθειες εκφράζονται;

            Ο Χιούμ μελέτησε τον μύθο όχι ως αυτοσκοπό αλλά ως τρόπο κατανόησης της ανθρώπινης σκέψης. Εξάλλου η πραγματική αξία ενός μύθου βρίσκεται στην αλήθεια που εκφράζει και όχι στην εικόνα με την οποία εκφράζεται. Έτσι μπορεί να περάσει πληροφορίες και αλληγορίες που αφορούν την προέλευση του κόσμου, τους θεσμούς της κοινωνίας, τις αρετές και το ορθώς πράττειν αλλά και οτιδήποτε απασχολεί, προβληματίζει και ερεθίζει την ανθρώπινη ύπαρξη.

Με τον μύθο και τα μαθήματα που μας προσφέρει ως παρελθόν, σε συνδυασμό με την εμπειρία του παρόντος, χτίζουμε το μέλλον. Ο μύθος είναι αναγκαίος για τη ζωή μαςˑ χωρίς αυτόν, χωρίς τη μαγεία του, χωρίς τα μηνύματά του, τις γνώσεις και τις εμπειρίες του, ο άνθρωπος θα έπρεπε ν’ αρχίσει να γνωρίζει τον κόσμο από την αρχή. 

            Οι σημαντικοί μύθοι δημιουργούν πρόσωπα αγέραστα που η βϊοϊστορία τους διαμηνύει μία καίρια αλήθεια για την ψυχική συγκρότηση του ανθρώπου, γεγονός που εξηγεί γιατί η δύναμη αυτής της αλήθειας διαγείρει, παρά το κύλισμα των αιώνων, τις ανθρώπινες συνειδήσεις.

            «Ένα κορίτσι μονάχο

            γεννάει τον καρπό μιας νεανικής απερισκεψίας.

            Ανάμεσα στους αφιλόξενους τοίχους και τις άσπρες στολές

            η Λητώ τής χαμογελάει.

            “Όλα θα πάνε καλά”.

            Η Ειλείθυια τής απαλύνει τον πόνο».

         Στην παρούσα ποιητική της συλλογή, Ραγισμένα Προσωπεία, η ποιήτρια Σόνια Τσιουτσιουλικλή δανείζεται για τις ανάγκες της δέκα εννέα πρόσωπα-σύμβολα. Δέκα εννέα πρόσωπα που φορούν τη μάσκα του τραγικού η οποία, καθώς διαρρηγνύεται, αφήνει από τη χαραμάδα που δημιουργείται να δραπετεύσει το διαχρονικά σταθερό. Η τραγωδία των προσώπων και η τραγωδία της ανθρωπότητας.  Χρησιμοποιώντας τη διαχρονικότητα των εννοιών που στη σειρά των ετών πληθωρικά συνυφάνθηκαν με τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, επιτυγχάνει την σύζευξη με το παρόν και τα προβλήματα του, που ανακύπτουν συνεχώς τα ίδια. Με λόγο καθαρό και ακριβή, σταθερό, μεστό, ολοκληρωμένο, με λέξεις διαλεγμένες με προσοχή, αποτυπώνει  το συνεχώς υπαρκτό, είτε αυτό αφορά φιλοσοφική έννοια είτε ιστορική αλήθεια, μολονότι, στην προκειμένη τουλάχιστον περίπτωση, πολύ λίγο εξετάζεται η ιστορική αλήθεια, αφού οι έννοιες και η σημασία τους στο πέρασμα των αιώνων καθώς και οι κομβικές αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώνεται το ευ ζην των ανθρώπων, είναι ο κύριος πρωταγωνιστής. Η κακία, η φθαρτότητα, η αιμομιξία, η αιώνια αγάπη, η ζήλια ξεπετιούνται σαν σπίθες μέσα από το διάπυρο της αιωνιότητας.

            Έτσι, η ανώνυμη Τρωαδίτισσα κλαίει μαζί με την Εκάβη, την Κασσάνδρα και την Ανδρομάχη τον χαμό του Αστυάνακτα αλλά και του Άσαντ και του Δημήτρη. Η Άλκηστη και ο Άδμητος μετατρέπονται σ’ ένα γέρικο ζευγάρι αιώνια αγαπημένων, που πλέκουν τα χέρια τους σαν δύο κλαδιά, για ν’ αντέξουν το κρύο και τον αγέρα. Η Σκύλλα και η Χάρυβδη ντρέπονται για την κακία των ανθρώπων και προτιμούν να κρυφτούν στο παρελθόν τους. Για τη Σφίγγα η μόνη λύση είναι η αυτο-καταστροφή, μη αντέχοντας πια την πρόβλεψη άλλων θανάτων. Οι Ερινύες σκεπάζουν διαχρονικά τις σφαγές μεταξύ των ανθρώπων -τόσο αίμα θέ μου!- και η Μέδουσα απαξιώνεται μπροστά στις ήδη πετρωμένες καρδιές τους.

            Δέκα εννεά πρόσωπα που έγιναν σύμβολα όσων στοιχειώνουν την ύπαρξή μας. Πραγματικά ή όχι, αντικατοπτρίζουν την ζωή του καθενός ξεχωριστά, αλλά και ως μέρος ενός συνόλου, που ταλανίζεται ακολουθώντας μοιρολατρικά τον ίδιο χορό, μέχρι τη συντέλεια του αιώνος.

           Ευτυχώς όμως υπάρχει η Πανδώρα και το μαγικό κουτί της που,

            «Στον άνθρωπο έδωσε το κλειδί

            μαζί με την ελπίδα

            για την τύχη του ν’ αποφασίσει».

 

Μαρία Βέρρου-Συγγραφέας

 

https://www.ekdoseisalati.com/p/ragismena-prosopeia/

 

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

Ο Χρόνος παράξενα σωπαίνει

 

«Τι είναι, λοιπόν, ο χρόνος; Αν δε με ρωτά κανείς, γνωρίζω. Αν, όμως, θέλω να το εξηγήσω σε κάποιον που με ρωτά, δε γνωρίζω» λέει ο Ιερός Αυγουστίνος (Αγ. Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, XI, 14).

 

            Ή ακόμα

 

            “Άδειες ώρες

            Στεγνές σαν τιμωρία

            Με κυκλώνουν

            Σςςς…

            Μόνο οι κουκουβάγιες

            Ουρλιάζουν στο αυτί μου

            Αναιδώς

            Χάνομαι

            Σςςς...”

 

            Ο χρόνος είναι μία εξαπάτηση, κινείται κυκλικά, κινείται και γραμμικά κι εμείς μέσα του σε μία συνεχή περιδίνηση. Τυχαίες υπάρξεις στροβιλιζόμαστε ανάμεσα στις βιωμένες μνήμες μας, αλλά σ’ έναν άλλον χρόνο, μη υπαρκτό. Έναν χρόνο που μας εξαπατά, σαν να παρευρισκόμαστε σε μια επίδειξη ταχυδακτυλουργίας, “όπου ξέρω εκ των πραγμάτων ότι με εξαπατούν, αλλά χωρίς να μπορώ ν’ αντιληφθώ ποια είναι η τεχνική ή ο μηχανισμός της απάτης”, μας λέει ο Πεσσόα,

            αλλά και η ποιήτρια

 

            “Για λίγα λεπτά

            Βουβά

            Ικετεύω

            Χωρίς ρολόγια

            Εκεί που είναι η ελευθερία μου

            Ν’ ανασάνω

            Πριν ο Χρόνος με παγώσει

            Αυτό ζητώˑ

            Λίγα λεπτά

            Μονάχα

            Με τη ζωή μου”.

           

       Ο χρόνος είναι υβριστής γιατί περιφέρει την ύπαρξή μας, από τη γέννηση προς τον θάνατο, σηματοδοτώντας με το ψυχολογικό του βέλος, την πορεία μας προς τη φθαρτότητα. Αυτό το γνωρίζει η ποιήτριαˑ γι’ αυτό και προσπαθεί να τον ξεγελάσει, συνειδητοποιώντας όμως ταυτόχρονα, τη ματαιότητα του εγχειρήματος.

 

            “Τα δάχτυλά μου

            Χαϊδεύουν τη μέρα

            Κι αυτή

            Ναζιάρικα ξεγλιστρά”

 

            Ο ποιητής χαμένος, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας μεταπλάθει την πλάνη του σε ποίηση, καθώς

           

            “Θαρρώ

            Δεν ξέρεις

            Τώρα εκδύομαι έλλογο παρόν

            Ύστερα θα ενδυθώ άλογο μέλλον

            Πάντως απεκδύομαι και τα δύο”.

 

          Κι έτσι μετερχόμενος το παρόν, αυτήν την απειροελάχιστη στιγμή που χωρίζει το παρελθόν από το μέλλον, κάνει την πλάνη ποίημα, ξορκίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την ανυπαρξία.

           

            “Την ίδια ώρα υπόσχεται λόγια αποδημητικά

            για να ’σαι λεύτερη μου λέει

            Στέλνει και δυο κυματισμούς

            Για να ταξιδεύεις μου λέει

            Και μια προοπτική ορίζοντα

            “Δίχως προοπτική δεν πας” μου λέει”.

 

          Ο χρόνος γίνεται όνειρο, απλώνεται, επιμηκύνεται, αναδιπλώνεται, συντρίβεται, παγώνει. Γίνεται χλωμό φεγγάρι, ταυτίζεται με τ’ αγκάθια “στον κήπο με τ’ άγρια τριαντάφυλλα”, πλέκει στίχους για να μη σπαταλιέται, φορώντας έτσι τη μάσκα του χώρου, για να φιλιώσει με το απροσδιόριστο παρόν. Αναμιμνήσκεται τον χρόνο που προηγήθηκε, αλλά που ποτέ δεν είναι ο ίδιος και τραβάει τις επιθυμίες της,

           

            “να πλέξω θέλω

            μικρές στιγμές

            αβάπτιστες

            τον Χρόνο της ζωής μου

            ύστερα να ενώσω τα κομμάτια

            να μεταλάβω

            βρέφος εγώ

            την αγκαλιά τους”.

 

        Συστρεφόμενη και εκτεινόμενη, με την ευκολία που η ποίηση μας επιτρέπει να περιηγούμαστε σαν σε όνειρο μέσα στον χώρο και τον χρόνο, η ποιήτρια δίνει τη δική της διάσταση του χρόνου, επικαλούμενη τ’ απογεύματα της Κυριακής τα οποία αφενός οριοθετούν μία κίνηση, του ήλιου, του ρολογιού, της άμμου σε μία κλεψύδρα, για να τα περάσει σχεδόν αμέσως σε μία ονειρική εικόνα χώρου, όπου μας τα δείχνει να μιμούνται “τον ατίθασο νοτιά” και να “συνθλίβονται στα παραθυρόφυλλα του Χρόνου”. Ύστερα τ’ αφήνει “να τριγυρνούν σαν σκιές σε ερείπια/ζητώντας συγχώρεση/από μια μέρα/που την έφθειραν τα όνειρα”.

    Μεταμοντέρνα ποίηση όπου παρατηρείται μία μετατόπιση από τον χρόνο στον χώρο, από το παρελθόν στον παρόν και τη σύγχρονη εικόνα.

       Λόγος μεστός κι ειλικρινής, “αντίδωρο...στα σπλάχνα του Χρόνου”.


Μαρία Βέρρου-Συγγραφέας


https://www.ekdoseisalati.com/p/o-chronos-paraxena-sopainei/

Πατέρας

  Στη μνήμη του   Δυο λόγια για τη μέρα που γιορτάζεις Σαν τα δικά σου τα παλιά τα ακριβά Μακριά μου ζεις εκείνο με τρομάζει Κι εγώ που ζω...