Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2023

Μια κουκουβάγια που την έλεγαν Οκτώβρη

 


Αργυροπούλου Βασιλεία

Η νεαρή κουκουβάγια που αντιπαθούσε το όνομά της

Πρώτη Οκτώβρη και είχαμε γεννητούρια στη φωλιά της οικογένειας των Γλαυκών, στο δάσος με τους Κέδρους, δυο βήματα από το χωριό με τις κόκκινες στέγες και τις μεγάλες αυλές. Έβρεξε κι όλα τα φυτά και τα δέντρα γυάλιζαν. Το χώμα μύριζε φθινόπωρο. Τα κυκλάμινα ξεφύτρωναν από εδώ και από κει. Οι τρεις μοίρες του δάσους βάφτισαν τη νεαρή γλαύκη Οκτώβρη. Μόλις η κουκουβάγια άκουσε το όνομά της το αντιπάθησε.

«Άκου Οκτώβρη! Όνομα είναι αυτό;» ρώτησε τον πατέρα της.

«Κι όμως, πρέπει να καμαρώνεις» απάντησε εκείνος χαμογελώντας. «Έλα να κάνουμε μια βόλτα, να δεις πόσα χαρίσματα έχει να σου προσφέρει ο Οκτώβρης».

Την πήρε αγκαζέ και έφτασαν μέχρι την άκρη του χωριού. Είδε τα ποταμάκια που είχαν φουσκώσει, τις πηγές που έδιναν το νερό στους ανθρώπους να ποτίζουν τα χωράφια τους. Τα χρυσάνθεμα ανθισμένα γέμιζαν τις αυλές με χρώματα. Τα ζουμερά μήλα έπεφταν ώριμα κάτω από τις μηλιές. Όλα είχαν πάρει ζωή ύστερα από την ξηρασία του καλοκαιριού. Τότε τα γαλανά μάτια της νεαρής κουκουβάγιας έλαμψαν σαν τις δροσοσταλίδες που κυλούσαν πάνω στο φύλλο ενός κέδρου. Είχε καταλάβει…

 

Συγγούνα Ρούλα

Οι δουλειές του Οκτώβρη

Στον κορμό ενός δέντρου ζούσαν δώδεκα κουκουβάγιες. Ήταν αδέρφια πολύ αγαπημένα μεταξύ τους. Το καθένα είχε το όνομα ενός μήνα. Όταν έφτανε η πρωτομηνιά, πετούσαν έξω από τη φωλιά τους και σκόρπιζαν τη χάρη τους σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αυτή ήταν η αποστολή τους

Ο Σεπτέμβρης θα επέστρεφε σε λίγες μέρες.

«Δεν ετοιμάζεσαι σιγά σιγά;» ρώτησαν τον Οκτώβρη.

«Όχι. Φέτος λέω να μείνω σπίτι. Δεν έχω γιορτές ή σημαντικά πράγματα να δείξω» είπε κατσουφιασμένος.

«Μην το λες αυτό, καλέ μου» απάντησε στοργικά η μητέρα του. «Ο καθένας μας είναι σημαντικός και μόνο που είναι ο εαυτός του» συμπλήρωσε.

«Μα τι το ιδιαίτερο κάνω εγώ;» ρώτησε ο Οκτώβρης ανοίγοντας τις φτερούγες του.

«Έχεις να δείξεις σπουδαία πράγματα. Την παγκόσμια ημέρα του παππού και της γιαγιάς, των ζώων, το πόσο σημαντικό είναι να τρώμε υγιεινά και να αποταμιεύουμε όπως τα μυρμήγκια στον μύθο του Αισώπου.

Θα δείξεις, επίσης, τα πρωτοβρόχια. Αλλά και τη σημαντική γιορτή της 28ης Οκτώβριου. Πρέπει όλοι να μάθουν για την ειρήνη».

Ο Οκτώβρης, κατενθουσιασμένος πλέον, σηκώθηκε να ετοιμαστεί για το ταξίδι του. Ανυπομονούσε να βγει από τη φωλιά του.

 

Κυριακή 9 Ιουλίου 2023

«Μια φορά κι έναν καιρό ο Ήλιος…»

 


Κασσελούρη Αναστασία

Ο Ήλιος και η λίμνη Έιβερη

Μια φορά πριν πολλά χρόνια, κάπου μακριά, ανάμεσα σε ψηλά βουνά και ένα πυκνό δάσος, ο Ήλιος συνάντησε μια λίμνη που την έλεγαν Έιβερη. Είχε πάρει το όνομά της από μια κοπέλα που χάθηκε στο δάσος και τα βράδια κυκλοφορούσε σαν ξωτικό γύρω από τη λίμνη.

Ήταν απομακρυσμένη από τον κόσμο και η παρέα της ήταν τα πουλιά, τα ψάρια και τα ζωάκια. Το τοπίο ήταν μαγευτικό. Κάθε πρωί την επισκεπτόταν και καθρεφτιζόταν στα κρυστάλλινα νερά της. Μια μέρα, ενώ χτένιζε τα κατάξανθα μαλλιά του, την άκουσε να αναστενάζει.

«Τι έχεις, Έιβερη, κι αναστενάζεις;» ρώτησε παραξενεμένος.

Του εξήγησε ότι στεναχωριέται που είναι τόσα χρόνια στο ίδιο μέρος. Και το μεγάλο της όνειρο ήταν να ταξιδεύει όπως εκείνος, συνέχεια, μέχρι να γνωρίσει όλο τον κόσμο.

«Σου υπόσχομαι ότι από αύριο θα σε παίρνω μαζί μου» της είπε καθώς συνέχισε το ταξίδι του στη γη.

Ο Ήλιος κράτησε τον λόγο του και από το επόμενο πρωί η Έιβερη κάθισε στις ακτίνες του και ταξίδευαν σε πανέμορφα μέρη που ούτε φανταζόταν ότι υπάρχουν.

Περνούσε τόσο όμορφα που δεν κατάλαβε ότι από τις καυτές ακτίνες του κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο μικρή. Ακόμα κι όταν την επισκέφθηκε η φίλη της η Βροχή, την έδιωξε για να συνεχίσει τη βόλτα της μαζί του. Έτσι τα ψάρια δεν είχαν πια χώρο να κολυμπήσουν. Τα βατραχάκια έτρεχαν δεξιά κι αριστερά φωνάζοντας «κουάξ κουάξ». Οι καλαμιές ξεράθηκαν και τα πουλιά δεν είχαν που να χτίσουν τις φωλιές τους. Ο κορμοράνος απαρηγόρητος έκλαιγε πάνω σε ένα ξερό κλαδί.

Τον άκουσε η λίμνη τόσο στεναχωρημένο και τον ρώτησε:

«Τι έχεις και κλαις; Σε ακούω πολύ λυπημένο».

Ο κορμοράνος την κοίταξε λίγο περίεργα και απάντησε:

«Σοβαρά μιλάς; Τόσο καιρό τριγυρνάς παντού με τον Ήλιο και το μόνο που σκέφτεσαι είναι να περνάς εσύ καλά. Εμάς δεν μας σκέφτηκες. Ήσουν ό,τι πολυτιμότερο είχαμε. Δες τι έγινε γύρω σου».

Η Έιβερη σαν να ξύπνησε από ένα όνειρο. Κοίταξε γύρω της τρομαγμένη. Μα πώς έγινε τοσοδούλα κι άσχημη; Τα δέντρα είχαν ξεμακρύνει. Ο δρόμος ήταν πολύ μακριά. Τα ψάρια βρίσκονταν στο χώμα ακίνητα, τα αυγά των πουλιών στις λάσπες και τα ζώα δεν ήταν πια κοντά της για να ξεδιψάσουν και να δροσιστούν.

«Ωωωωωω, τι έγινε;»

Πικράθηκε πάρα πολύ με αυτό που αντίκρισε και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν σαν ποτάμι από τα μάτια της. Έκλαψε τόσο που σε λίγο όλη η περιοχή πλημμύρισε κι έγινε πάλι τεράστια. Τα ψάρια άρχισαν να κολυμπούν χαρούμενα, τα δέντρα πρασίνισαν, τα πουλιά ξανάχτισαν τις φωλιές τους και τα μωρά τους γέμισαν την περιοχή με «τσιριτρί-τσιριτρό».

Ο Ήλιος παρατηρούσε από ψηλά και ερχόταν τακτικά. Έπαιζε μαζί της κρυφτό πίσω από τα σύννεφα, τα δέντρα και τις βουνοκορφές για να τη βλέπει να χαμογελά. Και ζούσαν όλοι χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι σε ένα καταπράσινο τοπίο γεμάτο ζωή που λες και ήταν βγαλμένο από παραμύθι.

 

Μπαλάσκα Σοφία

Του Ήλιου τα καμώματα

Μια φορά κι έναν καιρό ο Ήλιος αγάπησε παράφορα τη Γη. Την αγάπησε τόσο πολύ, που της χάριζε μέρες γεμάτες φως, δεν άφηνε το σκοτάδι να ρίξει το πέπλο του, επάνω της. Οι ηλιαχτίδες του την κάλυπταν απ’ άκρη σ’ άκρη. Πέρασαν έτσι μέρες, ακόμα και μήνες, και ο Ήλιος δεν άφηνε ούτε μια στάλα βροχής να πέσει πάνω στη Γη.

Οι άνθρωποι δεν ήξεραν τι να κάνουν, έχαναν τις καλλιέργειες τους, οι καύσωνες ήταν πια καθημερινό φαινόμενο και χρειάζονταν άμεσα μια βροχερή μέρα. Θα ήταν γι’ αυτούς Θείο δώρο. Όμως η βροχή δεν ερχόταν ποτέ.

Τους καύσωνες και τις ανομβρίες διαδέχθηκε η ξηρασία. Η Γη «αιμορραγούσε», μα ο Ήλιος δεν το καταλάβαινε. Πίστευε ότι έτσι της έδειχνε την αγάπη του.

«Δεν θέλω να δεις ποτέ ξανά σκοτάδι και βροχή».

«Μα χρειάζομαι τη βροχή, δεν το καταλαβαίνεις ότι με καταστρέφεις;»

Τότε ο Ήλιος χάθηκε, μεμιάς σκοτείνιασε ο ουρανός και η πρώτη σταγόνα βροχής έπεσε στη Γη.

Οι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους πανηγυρίζοντας.

Ο Ήλιος παρέμεινε κρυμμένος για αρκετές μέρες μέχρι που η Γη τον αναζήτησε.

«Μα δεν σου ζήτησα να χαθείς» του είπε.

Και τότε, εκείνος, ανέτειλε πιο λαμπερός.

 

Πατέρας

  Στη μνήμη του   Δυο λόγια για τη μέρα που γιορτάζεις Σαν τα δικά σου τα παλιά τα ακριβά Μακριά μου ζεις εκείνο με τρομάζει Κι εγώ που ζω...