Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκόσμια Ημέρα Γάτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκόσμια Ημέρα Γάτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Αυγούστου 2023

Ερατώ

 


Η Ερατώ είναι συγκάτοικός μου εδώ κι έναν χρόνο. Παρδαλή, δασύτριχη γούνα, γλυκό γατούλι. Μάτια διαπεραστικά κι αετίσιο περήφανο περπάτημα. Σκέτη Ναόμι Κάμπελ. Νύχια γαμψά, σκληρότατα. Δόντια, κοφτερά μαχαίρια σαρκοφάγου. Κατατρομάζω στο επικίνδυνο χάος του χασμουρητού της. Αν γουστάρει με ακούει, αν όχι, με γράφει κανονικά. Κάθεται, γλείφεται, καθαρίζεται μπροστά στη μπαλκονόπορτα. Ατενίζει με τις ώρες έξω. Να τη σπάσει θέλει, να δραπετεύσει; Αναρωτιέμαι.

Τ’ απογεύματα ντοπάρεται. Τρέχει με κατοστάρι ολυμπιακού ρεκόρ, πηδάει σαν τέλειος άλτης τα πάντα, γρατζουνάει ό,τι της αντιστέκεται. Τίποτα εύθραυστο, πουθενά στο σπίτι. Με μπαλάκια πινγκ πονγκ παίζει μόνο και ανταγωνίζεται την ταχύτητα του φωτός.

Έχει βγει έξω μόνο στην αγκαλιά μου και μόνο για εμβόλια και στείρωση. Προσπαθώ να την εξανθρωπίσω με μουλαρίσια επιμονή.

Πριν έναν μήνα, ορμώντας σαν πύραυλος με συμπαντική ταχύτητα, σπάει τη σίτα της ανοιχτής πόρτας και σκαρφαλώνει στο πεύκο της αυλής. Πανικόβλητη τρέχω από κάτω μυξοκλαίγοντας και παρακαλώντας. «Έλα, καλή μου Ερατώ, σε παρακαλώ, κατέβα, κι εγώ χαλί να με πατάς και να με γδέρνεις». Θεέ μου, πού κατάντησα!

Αρχίζει να κατηφορίζει άμαθη. Και ξαφνικά, παρ’ την κάτω στις πλάκες φαρδιά-πλατιά με παραμορφωμένο σαγόνι και αναβλύζον αίμα στη μύτη. «Ερατώ μου, γλυκιά μου Ερατούλα» κραυγάζω και κλαίω απελπισμένα. «Τώρα τι να σχολιάσω! Δεν ήξερες, εσύ η επιστήμονας, ότι η φύση μου είναι η ελευθερία και το σκαρφάλωμα; Γιατί μου το στέρησες από μωρό, ε; Γιατί;» την ακούω αποσβολωμένη να μου λέει. Και να συνεχίζει: «Άντε, τρέχα με τώρα γρήγορα στον κτηνίατρο!»

Δήμητρα Γκιντίδου

Κυριακή 8 Αυγούστου 2021

Παγκόσμια Ημέρα Γάτας

 


Κοτσαύτη Γιώτα

Το μαγικό στυλό

Καθόμουν στο μπαλκόνι με μια στοίβα χαρτιά και τετράδια μπροστά μου. Ο υπολογιστής παραδίπλα. Για μία ακόμα βδομάδα δεν κατάφερα να γράψω τίποτα… Δεν με παρηγορούσε καθόλου το γεγονός ότι το πρώτο μου βιβλίο φιγουράριζε στις λίστες των ευπώλητων. Το επόμενο βήμα ήταν που με άγχωνε.

Εκείνο το απόγευμα δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα. Ο ουρανός ήταν βαρύς. Η άπνοια δυσβάσταχτη. Δεν την πρόσεξα αμέσως. Την εντόπισα όταν σηκώθηκα να ποτίσω τον βασιλικό κι ένα κύμα σκόνης τύλιξε τις γλάστρες. Ήταν κατάμαυρη. «Αυτό μας έλειπε!» μονολόγησα και δάγκωσα τη γλώσσα μου. Οι μαύρες γάτες φέρνουν γουρσουζιά, λένε. «Τι βλάκας! Λες κι όλα πάνε ρολόι…» είπα κι έσπρωξα εκνευρισμένος τα στυλό. Κάποια έπεσαν κάτω.

Την επόμενη μέρα ήταν και πάλι εκεί. Το ίδιο και τη μεθεπόμενη. Και κάθε μέρα. Την άφιξή της συνόδευε ένας ξαφνικός, ελαφρύς άνεμος. Για λίγα δευτερόλεπτα σηκωνόταν σκόνη και μετά ησυχία.

Μια μέρα πριν αναχωρήσω για το σπίτι μου στην πόλη, η γάτα ανέβηκε στο τραπέζι που καθόμουν. Στο στόμα της κρατούσε ένα στυλό. Το άφησε πάνω στα χαρτιά μου, με κοίταξε στα μάτια κι εξαφανίστηκε.

Δεν την ξαναείδα ποτέ. Έχω όμως ακόμα το στυλό. Μ’ αυτό υπέγραψα όλα τα βιβλία που ακολούθησαν…

 

Μακαριάν Μαριάννα

Στο διαμέρισμα της οδού Γι με αριθμό 44 -μπορείς να το διαβάσεις και ανάποδα- κοιμόταν ήσυχα το μικρότεροντετραπέρατο μέλος της όχι και τόσο τετραπέρατης οικογένειας Πι.

Και λέω ότι δεν ήταν τόσο τετραπέρατοι γιατί δεν ήξεραν ότι τις νύχτες έμπαινε η Μπέμπα κρυφά, από τη μισάνοιχτη πόρτα που άφηνε ο μικρός άνθρωπος, και κοιμόταν στα πόδια της. Η Μπέμπα ήταν η αδέσποτη τσαχπίνα γάτα -τετραπέρατη κι αυτή- που όλοι οι αδέσποτοι γάτοι ήθελαν. Κι εκείνη τους έπαιζε στα νύχια της, όλο γυρνούσε κι έκανε τη ζωή της. Περνούσαν οι μέρες, τα πρωινά έπαιζαν μαζί (ο τετραπέρατος άνθρωπος κι η τετραπέρατη τσαχπίνα γάτα) και τα βράδια, αφού κυνηγούσε ποντίκια κι έντομα, τριγυρνούσε με περίεργες γατοπαρέες και τραγουδούσε παράφωνα με τα υπόλοιπα αδέσποτα, κοιμόταν με τον άνθρωπο. Ξαφνικά η Μπέμπα χάθηκε τις νύχτες, ο μικρός άνθρωπος έβλεπε την κοιλιά της να πρήζεται και δεν ήξερε πως αυτό δεν ήταν από τα ποντίκια. Μια βροχερή παγωμένη νύχτα του Νοέμβρη, λοιπόν, εκεί που το τετραπέρατο και η όχι και τόσο τετραπέρατη οικογένειά του έτρωγαν, η Μπέμπα άρχισε να νιαουρίζει προδίδοντας το μεγάλο τους μυστικό.

Οι εξηγήσεις δεν έπεσαν τότε, μα όταν άρχισε η γάτα να φέρνει ένα ένα τα μωρά της μέσα στη βροχή.

Βρήκε τον μπελά του ο τετραπέρατος μικρός άνθρωπος, μα όχι για πολύ.

Τα αγάπησαν -βλέπετε ήμασταν αξιαγάπητα εγώ και τα αδέλφια μου. Δεκατρία χρόνια μένω μαζί τους, το μικρό τετραπέρατο δεν είναι πια μικρό και η μητέρα μου δεν αλωνίζει πια σε αλάνες, μα μου έκανε ένα τεράστιο δώρο. Είμαι η Ρεγγίνα, κόρη της τετραπέρατης τσαχπίνας αδέσποτης γάτας και είμαι πανέξυπνη. Πώς άλλωστε εξηγείται πως ο τετραπέρατος όχι πια μικρός άνθρωπος γράφει αυτά που του λέω για να τα διαβάσετε εσείς;

Νιάααου....

Οι τετραπέρατοι.

 

Σωτηροπούλου Ρούλα

Η αγκαλιά

Μια γάτα, μα ποια μικρή, τσαχπίνα, ασπρόμαυρη γάτα ήταν αυτή που τρύπωσε κρυφά μέσα στην αγκαλιά μου γυρεύοντας χάδια και χουζούρι σαν παιδί; Δεν φημίζομαι για την αγάπη μου σ’ αυτές όμως εκείνη, σαν να το μυρίστηκε, ήρθε για να μου αλλάξει την άποψη που είχα για το είδος της. Ξάπλωσε φαρδιά-πλατιά και δεν έλεγε να το κουνήσει, όσο κι αν το επιθυμούσα εγώ. Έκλεισε δήθεν τα μάτια και τέντωσε τα άκρα της λες κι ήθελε να ξεκουράσει τα μέλη της από την ξε-κούραση της ημέρας. Γέλασα πολύ με την εικόνα αυτή και ως άνθρωπος με ενσυναίσθηση, θέλω να πιστεύω, αφέθηκα να της δώσω αυτό που ήθελε. Λίγη αγάπη, λίγη τρυφερότητα κι ένα μαλακό «στρώμα» απίθωσης του κορμιού της. Μου το ανταπέδωσε μ’ ένα μακρόσυρτο γουργούρισμα, δείγμα ικανοποίησης κι ευγνωμοσύνης. Πόσο συχνά γεύεται κανείς στις μέρες μας μια τέτοια ανιδιοτελή σχέση, σκέφτηκα, κι αμέσως ντράπηκα για τα αρχικά αρνητικά μου συναισθήματα.

 

 

 

 

 

Πατέρας

  Στη μνήμη του   Δυο λόγια για τη μέρα που γιορτάζεις Σαν τα δικά σου τα παλιά τα ακριβά Μακριά μου ζεις εκείνο με τρομάζει Κι εγώ που ζω...